Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Μαθησιακές δυσκολίες-ενημέρωση για εκπαιδευτικούς

Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι ένας γενικός όρος που αναφέρεται σε μια ανομοιογενή ομάδα διαταραχών οι οποίες εκδηλώνονται με σημαντικές δυσκολίες στην πρόσκτηση και χρήση ικανοτήτων ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής, συλλογισμού ή μαθηματικών ικανοτήτων. Οι διαταραχές αυτές είναι εγγενείς στο άτομο και αποδίδονται σε δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος. Αν και οι μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να εμφανίζονται μαζί με άλλες καταστάσεις μειονεξίας (πχ. αισθητηριακή βλάβη, νοητική καθυστέρηση, σοβαρή συναισθηματική διαταραχή) ή με εξωτερικές επιδράσεις, όπως οι πολιτισμικές διαφορές, η ανεπαρκής ή ακατάλληλη διδασκαλία, ψυχογενείς παράγοντες, δεν είναι το άμεσο αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων ή επιδράσεων. Επομένως στην κατηγορία της ειδικής μαθησιακής δυσκολίας δεν περιλαμβάνονται τα παιδιά που παρουσιάζουν μαθησιακά προβλήματα που οφείλονται κατά κύριο λόγο σε οπτικές, ακουστικές, ή κινητικές αναπηρίες, σε νοητική υστέρηση σε συναισθηματικές διαταραχές, ή σε μειονεκτικό περιβάλλον, περιοριστικές πολιτισμικές ή οικονομικές συνθήκες.
Οι ακαδημαϊκές επιδόσεις των παιδιών με μαθησιακές διαταραχές είναι κατώτερες από τις αναμενόμενες σε σχέση με τη χρονολογική τους ηλικία και επηρεάζουν σημαντικά τη σχολική μάθηση και την καθημερινή τους ζωή. Έχει διαπιστωθεί ωστόσο ότι μερικά παιδιά και ενήλικες έχουν βρει τρόπους να αντισταθμίζουν τα μαθησιακά τους προβλήματα και επομένως να μην αντιμετωπίζουν σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες παρά τις χαμηλές επιδόσεις τους που μπορεί να έχουν στα τεστ επίδοσης. Το άτομο που παρουσιάζει μαθησιακές δυσκολίες έχει συνήθως νοημοσύνη μέσου όρου, ή πάνω από τον μέσο όρο. Παρόλα αυτά, για κάποιον γνωστό ή άγνωστο λόγο υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στο δυναμικό του ατόμου (τι θα μπορούσε δυνητικά να πετύχει), και στο τι πραγματικά πετυχαίνει στη ζωή του.


Κάθε παιδί, έφηβος, ή ενήλικος με μαθησιακή δυσκολία είναι μοναδικός. Παρουσιάζει διαφορετικό συνδυασμό και σοβαρότητα προβλημάτων. Είναι ένα άτομο με μία, ή περισσότερες σημαντικές ελλείψεις στις βασικές διαδικασίες μάθησης.

Σύμφωνα με τα επίσημα διαγνωστικά κριτήρια ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες:


Διαταραχή της ανάγνωσης.
Το βασικό έλλειμμα το οποίο σχετίζεται με τις διαταραχές ανάγνωσης αφορά πρωταρχικά τις δυσκολίες αποκωδικοποίησης -δηλαδή την αναγνώριση των μεμονωμένων γραμμάτων και συλλαβών σε μια λέξη-σε συνδυασμό με τα προβλήματα ανάγνωσης απλών μικρών λέξεων. Στην περίπτωση που το παιδί δεν μπορεί να διακρίνει τη φωνολογική δομή της γλώσσας και να αναγνωρίσει αυτόματα απλές λέξεις , τότε είναι πολύ πιθανό να υπάρξει πρόβλημα στην αναγνωστική του ικανότητα.

Τυπικές δυσκολίες στην κατηγορία αυτή είναι

1. Καθρεπτισμοί (σ/δ, 3/ε)

2. Αντιμεταθέσεις (σταυρός/στραβός, αργός/αγρός)

3. αναστροφές (μ/η)

4. παραλείψεις (σύνεση/σύνδεση, πέρα/πέτρα)



Διαταραχή των μαθηματικών (αναπτυξιακή δυσαριθμησία).
Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν δυσκολίες που στην αναγνώριση αριθμών και μαθηματικών συμβόλων, στην απομνημόνευση της προπαίδειας, στην κατανόηση αφηρημένων μαθηματικών εννοιών και στην επίλυση μαθηματικών προβλημάτων. Τα παιδιά αυτά υπολείπονται συχνά σε οπτικοχωρικές και οπτικο-αντιληπτικές δεξιότητες.

Συγκεκριμένα αντιμετωπίζουν :

1. αδυναμία κατανόησης μαθηματικών εννοιών στις οποίες βασίζονται συγκεκριμένες

αριθμητικές πράξεις

2. αδυναμία κατανόησης μαθηματικών όρων ή συμβόλων

3. αδυναμία αναγνώρισης αριθμητικών συμβόλων

4. δυσκολία διεξαγωγής βασικών αριθμητικών υπολογισμών

5. δυσκολία κατανόησης των αριθμών που σχετίζονται με συγκεκριμένο πρόβλημα

αριθμητικής

6. δυσκολία ορθής στοίχισης των αριθμών κατά τη διεξαγωγή αριθμητικών υπολογισμών

7. αδυναμία αποστήθισης των πινάκων του πολλαπλασιασμού.

Διαταραχή της γραπτής έκφρασης.
Τα παιδιά που έχουν δυσκολία στην γραπτή έκφραση, έχουν γραπτή απόδοση κατώτερη από την αναμενόμενη για την ηλικία τους. Σε πολλές περιπτώσεις ενδέχεται να δυσκολεύονται και σε άλλες δραστηριότητες που απαιτούν συντονισμό ματιού-χεριού. Γενικότερα συνδέεται με δυσκολίες στην ικανότητα του παιδιού να συνθέσει ένα γραπτό κείμενο. 
Συγκεκριμένα εκφράζεται με:

• λάθη στη γραμματική

• έλλειψη ή λάθη στον τονισμό

• γραμματικά λάθη

• πολλά ορθογραφικά (δυσορθογραφία)

• πολύ κακό γράψιμο (δυσγραφία)

• κακή σύνταξη

• κακή οργάνωση των παραγράφων

Δυσλεξία ή ειδική μαθησιακή δυσκολία είναι ένας όρος που τον χρησιμοποιούμε για να  περιγράψουμε τα παιδιά ή τους ενήλικες με νοημοσύνη μέσου όρου ή πάνω από το μέσο όρο που παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία στη μάθηση, σε ένα ή περισσότερα επίπεδα γραπτής γλώσσας, ανάγνωσης και ορθογραφίας που μπορεί επίσης να συνοδεύεται από δυσκολία στην αρίθμηση, βραχύχρονη μνήμη, λογική ακολουθία σκέψης, ακουστική και/ή οπτική αντίληψη. Ενώ υπάρχει άμεση σχέση με τον γραπτό λόγο, και ο προφορικός λόγος συχνά επηρεάζεται σε ένα βαθμό.

Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν: διάσπαση προσοχής, φτωχή μνήμη, δυσκολία στο να ακολουθεί οδηγίες, δυσκολία στο να ξεχωρίζει μεταξύ τους τα γράμματα, τους αριθμούς, και τους ήχους, περιορισμένη αναγνωστική ικανότητα, προβλήματα στον οπτικο-κινητικό συντονισμό, δυσκολία στη σειροθέτηση (π.χ. ακολουθία των ημερών της εβδομάδας, των μηνών του χρόνου, κ.λ.π.), αποδιοργάνωση, και πολλά άλλα προβλήματα που μπορεί να το επηρεάζουν.
Τα άτομα που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες γενικότερα χρειάζονται ειδική παιδαγωγική μεταχείριση και εξειδικευμένη διδασκαλία που να ανταποκρίνεται στη φύση των αναγκών τους, έτσι ώστε να αναπτύξουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό την νοητική τους ικανότητα και αποτελεσματικότητα.

Ένας εκπαιδευτικός που θα εντοπίσει κάποιες από τις παραπάνω δυσκολίες που περιγράφονται θα χρειαστεί να ενημερώσει τους γονείς προκειμένου να γίνει αξιολόγηση πιθανόν μαθησιακών δυσκολιών από ειδικούς για να εντοπιστεί ή να αποκλειστεί τέτοιο ενδεχόμενο. Οι μαθησιακές δυσκολίες γίνονται περισσότερο εμφανείς και μετρήσιμες από το δημοτικό. Δυστυχώς δεν συμβαίνει πάντα αυτό, είτε γιατί δεν υπήρχε η σωστή ενημέρωση από το δάσκαλό είτε από άγνοια των γονέων, είτε γιατί το παιδί λόγω υψηλής νοημοσύνης κατάφερε να ανταποκριθεί στις χαμηλότερες προσδοκίες του δημοτικού. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση όπου η πίεση και οι προσδοκίες είναι μεγαλύτερες, οι εκπαιδευτικοί μπορεί να εντοπίσουν μια τέτοια εικόνα μαθητή.
Οι ψυχολογικοί παράγοντες πιθανόν να επηρεάσουν επίσης την επίδοση του μαθητή και οι μαθησιακές δυσκολίες να είναι απόρροια τέτοιων παραγόντων. Συνήθως αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει απότομη πτώση της επίδοσης. Παρ' όλα αυτά απαιτείται διερεύνηση η οποία γίνεται αποκλειστικά από ειδικούς σε διαγνωστικά κέντρα και περιλαμβάνει συνέντευξη με τους γονείς και αναγνωρισμένα και σταθμισμένα διαγνωστικά τεστ. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση η διάγνωση χρειάζεται να γίνεται από κρατικούς φορείς όπως τα ΚΕΔΔΥ ή πιστοποιημένες ψυχοπαιδαγωγικές μονάδες ώστε να έχουν ισχύ στο σχολείο τους, καθώς ανάλογα με την αξιολόγηση μπορεί να έχουν απαλλαγή από τις γραπτές εξετάσεις. Οι έφηβοι οι οποίοι τελικά διαγιγνώσκονται με μαθησιακές δυσκολίες έχουν ιδιαίτερα εύθραυστη ψυχολογία καθότι για μεγάλο χρονικό διάστημα έχουν παλέψει με αυτήν και έχουν αντιμετωπίσει πιέσεις και ματαιώσεις από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον.

Η επιείκεια από γονείς και εκπαιδευτικούς ως προς τις δυσκολίες τους αυτές είναι σημαντική για την ψυχική υγεία και τον εκπαιδευτικό προσανατολισμό του μαθητή. Αν και η αντιμετώπιση των δυσκολιών τους αυτών κατά την εφηβική ηλικία δεν είναι τόσο αποτελεσματική όπως η αντιμετώπιση στα πρώτα χρόνια της σχολικής τους πορείας, η εξειδικευμένη βοήθεια από ειδικό παιδαγωγό στις επιμέρους δυσκολίες τους βοηθάει στην ψυχική και σχολική αποφόρτισή τους με οργάνωση μελέτης και επιμέρους ασκήσεις. 


Κλειώ Αποστολάκη



Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *